ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ

Περιήγηση στα μνημεία

Ιστορική Αναδρομή > Περιήγηση στα μνημεία

Συγκρότημα Διοικητηρίου

Το συγκρότημα του Ενετικού Διοικητηρίου, το λεγόμενο Palazzo, βρισκόταν στο βόρειο άκρο του Καστελλίου, στο τέρμα της οδού Λιθινών. Σήμερα σώζεται το ισόγειο και μέρος του ορόφου, ενώ από την πλευρά της οδού Λιθινών σώζεται το θύρωμα του Αρχείου που φέρει τη χρονολογία 1624. Πλησίον αυτού βρισκόταν και το Οθωμανικό Διοικητήριο με τις Φυλακές, που σήμερα στεγάζουν υπηρεσίες του Πολυτεχνείου Κρήτης.

Κέντρο Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου, (Μεγάλο Αρσενάλι)

Αποτελεί το τελευταίο προς τα δυτικά κτίριο του συγκροτήματος των 17 νεωρίων του ενετικού λιμανιού των Χανίων. Θεμελιώθηκε το 1585 και στη διάρκεια της λειτουργίας του στέγασε θεατρικές παραστάσεις, χρησιμοποιήθηκε ως σχολείο της Χριστιανικής Κοινότητας, ως δημόσιο νοσοκομείο, αλλά και ως δημαρχείο. Σήμερα στεγάζει το Κέντρο Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου.

Πύλη Μεγάρου Renier

Στην πάροδο Θεοφάνους, στην παλιά πόλη των Χανίων, βρίσκεται το Μέγαρο των Renier. Παρόλο που έχει δεχθεί αρκετές επεμβάσεις στην πάροδο του χρόνου, αρκετά αρχιτεκτονικά μέλη διατηρούν την αίγλη της ενετοκρατίας, μεταξύ των οποίων και η ομώνυμη Πύλη, πάνω στην οποία σώζεται η επιγραφή: «Πολλά έφερε, έκαμε και μελέτησε ο γλυκύς πατέρας, κοπίασε και ίδρωσε. Ας τον σκεπάζει αιώνια γαλήνη. 1608. Ειδοί Ιανουαρίου».

Ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης

Σε μικρή απόσταση από τον Άγιο Νικόλαο της Σπλάντζιας βρίσκεται ο δίκλιτος ναός της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Ιωάννη του Ερημίτη. Η θεμελίωσή του τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας χρησιμοποιήθηκε ως φούρνος, αλλά και ως μηχανουργείο μέχρι την απαλλοτρίωση και αποκατάστασή του από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Η Μονή της Santa Maria dei Miracoli

Η Μονή της Santa Maria dei Miracoli (Μονή της Παναγίας των Θαυμάτων) κτίστηκε από τη Marussa Mengano το 1615 για τις Δομινικανές μοναχές των Χανίων στο λόφο του Καστελλίου. Το συγκρότημα περιλάμβανε μια κλειστή αυλή στα νότια και ανατολικά, ενώ το καθολικό ήταν μονόχωρο. Το μεγαλύτερο μέρος του μοναστηριακού συγκροτήματος κατεδαφίστηκε κατά τους βομβαρδισμούς του 1941.

Εκκλησία των Αγίων Αναργύρων

Θεμελιωμένος κατά τα χρόνια της ενετοκρατίας, ο τρίκλιτος ναός των Αγίων Αναργύρων βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της παλιάς πόλης των Χανίων. Το βόρειο κλίτος είναι αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους, το κεντρικό στον Άγιο Αρτέμιο και το νότιο στον Άγιο Χαράλαμπο. Είναι ο μοναδικός ορθόδοξος ναός που παρέμεινε σε λειτουργία μετά την άλωση των Χανίων και χρησίμευε ως ο καθεδρικός ναός μέχρι το 1859.

Προφήτης Ηλίας

Ο ναός του Προφήτη Ηλία βρίσκεται στη θέση «Φρούδια» και έχει κτιστεί την περίοδο της Ενετοκρατίας. Αρχικά είχε κτιστεί το μικρότερο νότιο κλίτος του Προφήτη Ελισαίου. Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα προστέθηκε μεγαλύτερος ναός, αφού κατασκευάστηκε στον αρχικό βόρειο τοίχο τοξωτό άνοιγμα επικοινωνίας.

 

Ο ναός καταστράφηκε κατά τον βομβαρδισμό του λόφου από τις Μεγάλες Δυνάμεις και αποκαταστάθηκε με δαπάνη του Τσάρου, που θεώρησε ότι η έκρηξη ενός κανονιού πάνω στη ρωσική ναυαρχίδα ήταν η τιμωρία του Προφήτη Ηλία για την καταστροφή του ναού του.

 

Κατά την τελευταία επανάσταση (1897) στην περιοχή του Προφήτη Ηλία ιδρύθηκε το Επαναστατικό Στρατόπεδο των Κρητών. Το πρωί της 9ης Φεβρουαρίου του 1897 είχε αρχίσει μια αψιμαχία μεταξύ Χριστιανών και Τούρκων. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλείς των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, ενώ ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής για πρώτη φορά είχε επισκεφθεί εκείνη την ημέρα τις ναυαρχίδες των πολεμικών πλοίων τους που ναυλοχούσαν έξω από το λιμάνι των Χανίων. Γύρω στις 3.30 μ.μ. δόθηκε το σύνθημα από την ιταλική ναυαρχίδα και τρομεροί πυροβολισμοί και μύδροι άρχισαν να πέφτουν εναντίον των χαρακωμάτων σε όλη την περιοχή και ιδιαίτερα στον Προφήτη Ηλία, όπου κυμάτιζε η Ελληνική σημαία, δώρο του εγγονού του Ναύαρχου Κανάρη στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον τότε αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Τσεπετάκη για το Επαναστατικό Στρατόπεδο του Ακρωτηρίου. Ο βομβαρδισμός υπήρξε συνεχής – πλήθος οβίδων έπεσαν από Χριστιανούς εναντίον Χριστιανών. Και μέσα στον καταιγισμό των πυρών «…τεμάχιον σφαίρας κατέρριψε την σημαίαν, αλλ΄ ο γενναίος οπλαρχηγός Μιχ. Καλορρίζικος διέταξε ν’ αναστηλώσωσιν αυτήν. Πάραυτα ο ατρόμητος οπλίτης Σπύρος Καγιαλεδάκης εν τω μέσω της χαλάζης των βολιδοφόρων οβίδων ήρπασε τον κοντόν και ανεστήλωσε την σημαίαν εις την προτέραν αυτής θέσιν… Μικρόν μετά την αναστήλωσιν της σημαίας, το πυρ της μάχης κατέπαυσε, ταυτοχρόνως δ’ εσίγησαν και τα ευρωπαϊκά τηλεβόλα…» (Γεωργίου Α. Σήφακα «Το Επαναστατικόν Στρατόπεδον Ακρωτηρίου – Ημερολόγιον και Πρακτικά 1897»).

 

Το γεγονός αυτό που χαρακτηρίζει την Επανάσταση, η αυτοθυσία του ήρωα Κρητικού πολεμιστή που έβαλε το σώμα του ενάντια στα βόλια, ζωντανή ασπίδα του μεγάλου Ιδανικού, κοντάρι ιερό του Εθνικού, αναπαριστά και το μεγάλο άγαλμα που κοσμεί το χώρο.

 

Στο διαμορφωμένο χώρο και δίπλα από το ναό, έχουν ταφεί ο Εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος και ο δευτερότοκος γιός του Σοφοκλής Βενιζέλος, Αρχηγός των Φιλελευθέρων και Πρωθυπουργός επίσης. Στον τάφο του Εθνάρχη έχει αναγραφεί ο επικήδειός του, τον οποίο εξεφώνησε ο ίδιος το 1932. Στην νότια πλευρά του τάφου είναι καταχωρημένο επί λέξει το κείμενο:

 

«Ο προκείμενος νεκρός αγαπητοί φίλοι ήταν ένας αληθινός άνδρας με μεγάλο θάρρος με αυτοπεποίθησιν και δι΄ εαυτόν και διά τον λαόν τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκανε πολλά σφάλματα αλλά ποτέ δεν του απέλιπε το θάρρος ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης διότι ποτέ δεν επερίμενε από την μοίραν να ιδή την χώραν του προηγμένην αλλά έθεσε εις την υπηρεσία της όλο το πυρ που είχε μέσα του κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν.

 

Επιτάφιος λόγος αυτοεκφωνηθείς από τον προκείμενον νεκρόν εν τη Βουλή των Ελλήνων την 28 Απριλίου 1932».

Οθωμανικό φρούριο (Κουλές) Απτέρας

Το φρούριο της Απτέρας κτίστηκε από τους Οθωμανούς μετά την Επανάσταση του 1866, στο πλαίσιο ενός προγράμματος για τη σύνδεση της Κρήτης με ένα δίκτυο από οχυρωματικά έργα, πύργους και φρούρια. Βρισκόταν στη θέση Παλαιόκαστρο, στα ερείπια της Αρχαίας Απτέρας, κοντά στο χωριό Καλάμι και επικοινωνούσε με τα φρούρια της Σούδας, του Ιτζεδίν και τους κουλέδες των Καλυβών και του Νιου Χωριού.

 

Αποτελούσε το μεγαλύτερο φρουριακό συγκρότημα της εποχής του σε σχήμα Π και είχε εξοπλιστεί με δύο πύργους που ήταν στραμμένοι προς τα δυτικά (ήλεγχε το πέρασμα προς τα Κεραμειά) και τα ανατολικά (προς τις Καλύβες). Περιλάμβανε ποικίλους χώρους, όπως στρατωνισμού, διαμονής αξιωματικών, αποθήκευσης, φυλάκισης, παρασκευής φαγητού και εστίασης.

Ο καθεδρικός ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου (Τριμάρτυρη)

Ο σημερινός καθεδρικός ναός των Εισοδίων χτίστηκε στη θέση παλαιότερου ναού της Θεοτόκου, ο οποίος ανάγεται στον 14ο αιώνα. Όταν τα Χανιά κατελήφθησαν από τους τούρκους το 1645, ο ναός μετατράπηκε σε σαπωνοποιείο, χωρίς όμως να αλλάξει η διαρρύθμισή του.

 

Μέχρι το 1868 ο ναός, ως σαπωνοποιείο, φέρεται να ανήκει στο γνωστό Τούρκο αξιωματούχο Μουσταφά Πασά Γκιριτλή (Κρητικό). Στο χώρο της ελαιοαποθήκης φυλασσόταν εικόνα της Παναγίας με ακοίμητο καντήλι, σύμφωνα με διαταγή του Μουσταφά.

 

Η παράδοση αναφέρει ότι η επιχείρηση του σαπωνοποιείου ναυάγησε και εγκαταλείφθηκε, ενώ την εικόνα της Θεοτόκου είχε πάρει μαζί του ο τελευταίος τεχνίτης. Όταν ο Μουσταφά έγινε πρωθυπουργός, επί σουλτάνου Μετζίτ, η Χριστιανική Κοινότητα ζήτησε το χώρο για την ανέγερση και πάλι ναού. Ο Μουσταφά, επηρεασμένος από διάφορα προσωπικά γεγονότα, παραχώρησε το χώρο. Ο σουλτάνος έστειλε 100.000 γρόσια και ο γιος του Μουσταφά, Βελή πασάς (Διοικητής της Κρήτης τότε), 30.000 γρόσια. Με την ενίσχυση της Χριστιανικής Κοινότητας και παρά τα προβλήματα που προκαλούσε άλλος Οθωμανός, η εκκλησία ανεγέρθηκε τελικά.

 

Η κατασκευή του ναού ολοκληρώθηκε το 1860 στη μορφή της τρίκλιτης βασιλικής με υπερυψωμένο το καλυμμένο από οξυκόρυφη κάμαρα μεσαίο κλίτος. Τα πλάγια κλίτη καλύπτονται από σταυροθόλια και διαιρούνται καθ’ ύψος από το γυναικωνίτη. Στη βορειοδυτική γωνία του ναού είναι κτισμένο το ψηλό κωδωνοστάσιο. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού συνδέονται περισσότερο με την παράδοση που διαμορφώθηκε στα χρόνια της Ενετοκρατίας με τους λαξευτούς πεσσούς, τα γείσα και τα πλαίσια των ανοιγμάτων. Ο ανατολικός τοίχος του ναού κοσμείται με μεγάλες και εντυπωσιακές αγιογραφίες έργα των Γ. Καλλιτεράκη, Γ. Σταυράκη, Ε. Τριπολιτάκη και Δ. Κοκότση. Η εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου επεστράφη επίσης στο ναό, ενώ στο άνω τμήμα της πρόσοψης χαράχθηκε το παρακάτω κείμενο:

 

“Της Θεομήτορος Ναόν, ω Διάβατα βλέπεις,

Ον τέκνα ωκοδόμησαν πιστά της εκκλησίας,

Προσφεύγοντα πτηνά δειλά εν μέσω τρικυμίας

Υπό αυτήν την πτέρυγαν της ουρανίας σκέπης.”

 

Ο ναός, άρρηκτα συνδεδεμένος με τα ιστορικά γεγονότα, υπήρξε άσυλο και καταφύγιο των κατά καιρούς διωκομένων κατά τις εθνικές εξεγέρσεις. Υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τους βομβαρδισμούς της πόλης από τους γερμανούς, τον Μάϊο του 1941.

Το Ενετικό Λιμάνι Χανίων

Τα Χανιά κατά την Ενετοκρατία και την Τουρκοκρατία είχαν αρκετά ανεπτυγμένο εμπόριο και ναυτιλία. Όχι μόνον η εισαγωγή, αλλά και η εξαγωγή προϊόντων και διαφόρων ειδών ήταν αξιοσημείωτη. Ανάλογη με την κίνηση του εμπορίου ήταν και της ναυτιλίας, αν και διακινούνταν σχετικά λίγα πλοία λόγω της έλλειψης ευρέως και ασφαλούς λιμένος. Ήταν από τότε κοινά παραδεκτό το γεγονός πως ο ανοιχτός κόλπος των Χανίων, εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες, δεν ήταν ιδιαίτερα κατάλληλος για λιμάνι. Μάλιστα, το φυσικό λιμάνι της Σούδας εξυπηρετούσε αρκετά ικανοποιητικά σχετικές ανάγκες. Με την κατάληψη της πόλης από τους Γενουάτες, επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά η ανάγκη δημιουργίας λιμανιού κι έτσι οι τοπικές αρχές υποχρεώθηκαν να ξεκινήσουν ενέργειες για την κατασκευή του. Επί Ενετοκρατίας, το 1302, το θέμα τέθηκε στην κυβέρνηση από τον Ρέκτορα Marino Gradenigo και τελικώς δέχτηκε την πρόταση.

 

Το λιμάνι κατασκευάσθηκε για πρώτη φορά μεταξύ του 1320 και του 1356, όταν άρχισαν τα αιτήματα για επισκευές από τους φορείς της πόλης. Μεγάλο πρόβλημα ήταν το γεγονός ότι το λιμάνι ήταν ακατάλληλο και ότι η ανατολική του λεκάνη υπέφερε από τις προσχώσεις που δημιουργούσαν τα νερά της βροχής ή των υπονόμων. Τα πλοία έρχονταν κι έφευγαν σ’ ένα λιμάνι που όμως ήταν μικρό και σχετικά αβαθές και ευπρόσβλητο στους βόρειους και δυτικούς ανέμους. Έτσι, συχνά στις εκθέσεις των αξιωματούχων αναφέρονται οι εργασίες που εκτελούνται, αλλά και η ανάγκη καθαρισμού και εκβάθυνσης της ανατολικής κυρίως λεκάνης.

 

Μετά από την επανάσταση του Αγίου Τίτου, το 1363/64, το λιμάνι εγκαταλείπεται και χρησιμοποιείται εκείνο του Ηρακλείου, μια και του Ρεθύμνου είχε και αυτό ανάλογα προβλήματα. Επί Ενετοκρατίας, το 1515, γίνεται αναφορά για την εκβάθυνση της λεκάνης στο χανιώτικο λιμάνι και η κατασκευή τοίχου με επάλξεις κατά μήκος του λιμενοβραχίονα, ο οποίος είναι θεμελιωμένος πάνω σε μια σειρά υφάλους που έκαναν το λιμάνι απροσπέλαστο στα πλοία.

 

Αλλά το 1645 η πόλη πέφτει στα χέρια των Τούρκων μετά από πολιορκία. Όπως είναι γνωστό, η κατάκτηση της Κρήτης ολοκληρώθηκε το 1669, μετά από 25ετή πόλεμο, με την κατάληψη του Χάνδακα, το Ηράκλειο. Οι νέοι κατακτητές δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την συντήρηση του χανιώτικου λιμανιού, το οποίο αφέθηκε σε πλήρη εγκατάλειψη. Δεν έγινε καμιά επισκευή ή συντήρησή του, με την ανατολική λεκάνη του λιμένα να παραμένει ουσιαστικά άχρηστη σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

 

Κατά τα χρόνια 1831-1841, η Κρήτη παραχωρήθηκε στον Αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφερε στο Σουλτάνο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Τότε αναγνωρίζεται και η αξία του λιμανιού και το πόσο μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της οικονομίας του τόπου. Λέγεται ότι ο Μεχμέτ Αλή έδωσε εντολή στον Μουσταφά Πασά να καθαρίσει τη λεκάνη του λιμανιού των Χανίων, να επισκευάσει το λιμενοβραχίονα και να κατασκευάσει το Φάρο. Όντως πραγματοποιήθηκαν επισκευές στο λιμενοβραχίονα και εκβαθύνσεις στη λεκάνη του, εργασίες που κόστισαν (το 1838) 1.146.000 γρόσια.

 

Από τα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας επεκτείνεται σταδιακά η κρηπίδωση του λιμανιού, η οποία ολοκληρώνεται τα τελευταία χρόνια. Σε παλιά έκδοση περί της πόλεως Χανίων την εποχή αυτή αναφέρεται ότι «Η πόλις έχει το πλείστον λιθοστρώτους και στενάς οδούς, μικράν πλατείαν των Μαυροβουνίων καλουμένην (πρότερον Σανδριβάνι) και πλακόστρωτον προκυμαίαν. Ο λιμήν των Χανίων είναι μικρός και σχετικώς αβαθύς δεχόμενος εν τοις ύδασιν αυτού μικράς χωρητικότητος ατμόπλοια, λίαν δε επισφαλής άτε προσβαλλόμενος υπό βορείων και δυτικών ανέμων. Εις την είσοδον αυτού αριστερά ως προς τον εισπλέοντα υπάρχει φάρος με ακίνητον λευκόν φως ορατόν εξ αποστάσεως 12 μιλίων…».

Τοπανάς & Εβραϊκή

Η Εβραϊκή συνοικία των Χανίων βρισκόταν στα βορειοδυτικά της πόλεως, πίσω από το λιμάνι. Κεντρικός δρόμος της ήταν η σημερινή οδός Κονδυλάκη, όπου υπήρχαν τα σπίτια των επιφανών Εβραίων. Σε πάροδο της οδού Κονδυλάκη σώζεται η Συναγωγή του Kehal Hayyim. Ο Gerola, στηριγμένος στο χάρτη του Coronelli, ταυτίζει την Συναγωγή αυτή με την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης και δέχεται ότι έγινε Συναγωγή σε δεύτερη χρήση.

 

Το κτίριο είναι μονόκλιτο θολωτό, και στα νότια έχει δύο μικρούς χώρους που συνδέονται με την Εβραϊκή τελετουργία. Όλοι οι Εβραίοι των Χανίων εξοντώθηκαν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το πλοίο στο οποίο είχαν επιβιβαστεί βυθίστηκε στα ανοιχτά των Χανίων.

 

Μετά την κατάληψη της πόλης των Χανίων από τους Τούρκους (1645) διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση. Οι Τούρκοι ζουν κυρίως στις ανατολικές συνοικίες Καστέλι και Σπλάντζια. Οι Χριστιανοί έχουν τις κατοικίες τους κυρίως στη συνοικία Τοπανάς, στα βορειοδυτικά της πόλης, που πήρε το όνομα της από τη βενετσιάνικη πυριτιδαποθήκη (τουρκικά Top-Hane) στην αρχή  της οδού Θεοτοκοπούλου.

 

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, η συνοικία έχει ωραία σπίτια και στενά δρομάκια αλλά και σωζόμενα βενετσιάνικα κτίρια που «διατηρούν την ατμόσφαιρα της μεσαιωνικής σιωπής και του μισόφωτου, που βοηθά σε αναδρομές και αναπολήσεις». Παλαιότερα βρίσκονταν εκεί τα Προξενεία των Μεγάλων Δυνάμεων, πριν μεταφερθούν στη Χαλέπα. Τώρα τα διάφορα κέντρα της προκυμαίας προσφέρονται για τις κοσμικές συναντήσεις των Χανιωτών, με τη μπάντα να παίζει τις γιορτινές μέρες.

 

Στη βορειοδυτική πλευρά του Τοπχανά υψώνεται το φρούριο Φιρκά (στρατιωτική μονάδα, μεραρχία).

 

«Ενας αρκετά ευρύχωρος στρατών, πολύ περιποιημένος, καταλαμβάνει το εσωτερικόν μέρος του παλαιού φρουρίου του στηριζόμενου επάνω εις τα παλαιά τείχη. Και κάτω από τα τείχη αυτά απλώνεται μια ευρύχωρος και ωραία, αλλ’ ακόμη απεριποίητος πλατεία, τα κράσπεδα της οποίας βρέχονται από το κουρασμένον της θαλάσσης κύμα. Μερικά ωραία σπίτια υψώνονται προς τ’ αριστερά του παλαιού φρουρίου και ένα ωραίο ζυθοπωλείων με το επίκαιρο όνομα Ακταίον είναι ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του Δημαρχιακού Κήπου, ως Χανιώτικου κέντρου. Εις εκείνο το Ακταίον όπου το καλοκαίρι προσφέρεται μπύρα Κλωναρίδου, με την μουσική του φλοίσβου καλύπτουσαν τας παραφωνίας ενός ξεκουρδισμένου βιολιού και ενός πολυπαθούς πιάνου, περνούν τα βράδυα του καλοκαιριού Χανιώται συζητηταί και Χανιώτισσαι χαριτωμέναι και κομψόταται».

Χουγκιάρ Τζαμισί (Το τζαμί του Ηγεμόνα)

Η μεγάλη Μονή του Τάγματος των Δομινικανών μοναχών στα Χανιά χτίστηκε γύρω στα 1320 από την αδελφότητα της Κάντια, που με έγγραφο ζητάει την εισαγωγή αδασμολόγητης ξυλείας για τον σκοπό αυτό. Αρχιτεκτονικά ακολουθεί το πρότυπο της Κεντρικής Μονής του Αγίου Πέτρου. Η μονή, όπως τη γνωρίζουμε από απεικονίσεις σε παλαιούς χάρτες, φωτογραφίες και περιγραφές, αποτελείται από το ναό με το υψηλό κωδωνοστάσιο και διπλή στοά στη βόρεια πλευρά. Από το συγκρότημα σήμερα σώζεται αλλοιωμένο το καθολικό και ένα μέρος της δυτικής στοάς στη βόρεια πλευρά του (οδός Χατζή Ρούσσου Βουρδουμπά).

 

Ο ναός ήταν βασιλική με εγκάρσιο κλίτος, το οποίο κατέληγε σε τριμερές βήμα χωρίς αψίδα. Το κεντρικό τμήμα του ιερού και ο σολέας στεγάζεται από μεγάλα σταυροθόλια με έξεργες νευρώσεις και τα πλάγια διαμερίσματα του ιερού από οξυκόρυφες καμάρες. Ο υπόλοιπος ναός ήταν ξυλόστεγος με δίρριχτη στέγη. Στο δυτικό τοίχο του νότιου τμήματος του εγκάρσιου κλίτους έχει τοποθετηθεί μεταγενέστερα εξομολογητήριο με τη μορφή μανιεριστικού θυρώματος. Εξωτερικά ο ναός αντιστηρίζεται με υψηλές αντηρίδες, ενσωματωμένες στην τοιχοποιία. Το βορειοδυτικό διαμέρισμα του ιερού, που στεγάζεται σήμερα  με σταυροθόλιο είναι το υπόλοιπο της βάσης του υψηλού κωδωνοστασίου. Στο τμήμα αυτό του ναού έγιναν ερευνητικές εργασίες από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, από τις οποίες προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία για την αρχική του μορφή. Από το μέσο του εγκάρσιου κλίτους ένα τοξωτό άνοιγμα, το οποίο διαμορφώθηκε μεταγενέστερα με την προσθήκη ενός θυρώματος σε δεύτερη χρήση, οδηγούσε στη στοά με τα κελιά. Σήμερα σώζεται η περίκλειστη αυλή και η βόρεια πλευρά της διώροφης στοάς. Το ισόγειο αποτελείται κατά ένα μέρος του από σκεπαστή στοά, που στεγάζεται από σταυροθόλια και έχει δωμάτια στον όροφο. Στο κέντρο της αυλής υπήρχε μικρή δεξαμενή.

 

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε στο Χουγκάρ Τζαμισί, που υπήρξε το κεντρικό τζαμί της πόλης. Η σημασία του τονίζεται από την ύπαρξη δύο αντί ενός εξωστών (σεριφιέδων) στο μιναρέ, που κτίστηκε στη νοτιοδυτική γωνιά του ναού. Τα μορφολογικά στοιχεία του μιναρέ παρουσιάζουν ενδιαφέρον γιατί ακολουθούν τη, νωπή ακόμη για την Κρήτη, βενετσιάνικη παράδοση.

 

Στην πλατεία μπροστά από το τζαμί διαμορφώθηκε κατά το 18ο αιώνα μια υπόγεια κρήνη για τις απαραίτητες τελετουργικές νίψεις. Το 1918 οι ορθόδοξοι των Χανιών κατέλαβαν το ναό και τον καθιέρωσαν προς τιμήν του Αγίου Νικολάου. Τότε προστέθηκε μεγάλη ημικυλινδρική αψίδα στην ανατολική πλευρά. Στη δεκαετία του ’50 μια ατυχής απόπειρα αποκατάστασης του ναού οδήγησε στην αντικατάσταση της ξύλινης στέγης με νέα κατασκευή από σκυρόδεμα και τη διαίρεση του εσωτερικού με τσιμεντένιες κιονοστοιχίες.

Πλατεία 1821 – Σπλάντζια

Η Σπλάντζια ήταν η κατ’ εξοχήν τουρκική συνοικία. Στα παλιά σχεδιαγράμματα αναφέρεται ως «Ponte de Viari» κι ήταν για τους Τούρκους ό, τι ήταν για τους Χριστιανούς το Σαντριβάνι.

 

Κάτω από τον πελώριο πλάτανο (τόπο εκτέλεσης Χριστιανών μαρτύρων επί Τουρκοκρατίας) και το κομψό αραβικό περίπτερο, στο κέντρο της συνοικίας, είχε κατασκευασθεί παλαιότερα μια υπόγεια υδαταποθήκη με κρουνούς, στην οποία κατέβαινε κανείς με τρεις σκάλες.

 

«Περνώντας στενούς και κατερημωμένους δρόμους, σκύβοντας κάτω από καμάρες – απομεινάρια βαριά και θλιβερά των παλιών κατακτητών – βγαίνεις στη Σπλάντζια, τη Σπλάντζια την ολοκόκκινη από τα τουρκικά φέσια. Η Σπλάντζια είναι η τουρκική πλατεία των Χανίων. Γύρω – γύρω τουρκόσπιτα εγείρονται με καφασωτά παράθυρα και περιστεραιώνες επάνω στην κορνίζα. Η πλατεία είναι ενα κομμάτι ζωντανής τουρκιάς μέσα στην πρωτεύουσα της Κρήτης. Καφενεία και μαγαζάκια τούρκικα γύρω και Τουρκαλάδες καλοντυμένοι και Τουρκαλάδες ξυπόλητοι, αράπηδες καψαλιασμένοι, με κάτι μπράτσα και πόδια σαν να τα γαλβάνισεν η δουλειά, ροφούν σε μεγάλα φλυτζάνια τον καφέ τους ή συζητούνε με χαμηλωμένη φωνή και σκυμμένα κεφάλια.

 

Στη μέση ένα κιόσκι τουρκικό εγείρεται μέσα σε ένα μικρό και ανθισμένο κηπάκον. Εκεί πάνε και πίνουνε οι προεστοί οι τούρκοι και οι μπέηδες τον καφέ τους και τον αργιλέ. Ενας γερωπλάτανος δίπλα στέκεται σοβαρός και μελαγχολικός σαν χότζας… Ολη η Τούρκικη πλατεία γεμάτη άνθη και κλαριά και βασιλικούς και δροσιά και φρεσκάδα…

 

Απέναντι εγείρεται ένα τζαμί (Χουγκιάρ τζαμισί που σημαίνει: τέμενος του Μονάρχου, αφιερωμένο στον Σουλτάνο) δείχνοντας τον ουρανό με τον άσπρο μιναρέ του… Αυτά μεταξύ ενός ποτηριού νερού και ενός καφέ στην πλατεία της τούρκικης γειτονιάς, ανάμεσα σε ραχατλήδες Τούρκους ξαπλωμένους, σε κατάμαυρους αράπηδες, σε Τουρκόπουλα που χοροπηδούν επάνω εις το καλντιρίμι και σε χανούμισες που συχνοπερνούν μεγαλοπρεπώς με ανοιχτές τις κατάμαυρες ομβρέλλες…

 

Αλλοτε εις χρόνια μαύρα τα οποία επέρασαν, εις την πλατείαν αυτήν εθανατώνοντο οι Χριστιανοί μάρτυρες της Κρητικής Ελευθερίας και από των κλάδων του πλατάνου εκρεμώντο τα μέλη των δια να χρησιμεύσουν ως στόχος βολής των Τουρκικών τσιφτέδων… Τώρα η πλατεία είναι ένα ήμερον κέντρον εις το οποίον μεταβαίνων ο Χριστιανός είναι βέβαιος ότι θα τύχη μεγάλων και προπαντός ειλικρινών περιποιήσεων. Η Σπλάντζια ευρίσκεται εν τη δόξη της κατά τας μεγάλας μουσουλμανικάς εορτάς, όταν οι εν τέλει πηγαίνουν εκεί να συγχαρούν τους Τούρκους συμπολίτας. Παίζει η μουσική της Χωροφυλακής, καίονται πυροτεχνήματα το βράδυ, γίνεται διασκέδασις μοναδική…».

 

Λίγο πιο πάνω, μέσα σε στενάκι, διατηρείται η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, ενώ πίσω από την «οδό Πεταλάδικα», σημερινή οδό Τσουδερών, βρίσκεται το Αγά τζαμισί, το τέμενος του οποίου ο μιναρές σώζεται και σήμερα στο εργοστάσιο Μαλινάκη.

Καστέλι

Ο χαμηλός λόφος του Καστελιού, στα ανατολικά του λιμανιού, αποτέλεσε ιδανική θέση για εγκαθίδρυση προϊστορικού οικισμού, της αρχαίας Κυδωνίας, όχι μόνο γιατί γειτονεύει με τη θάλασσα, αλλά επειδή περιβάλλεται και από τον πλούσιο Χανιώτικο κάμπο. Η κεραμική της μεταβατικής νεολιθικής περιόδου (3.000-2.900 π.Χ.) αποτελεί την πρωιμότερη μαρτυρία ανθρώπινης δραστηριότητας στο λόφο αυτό.

 

Στη θέση της Κυδωνίας, που εξακολούθησε να διατηρεί τη στρατηγική της σημασία και πάνω στο λόφο Καστέλι, χτίστηκε αργότερα από τους Βυζαντινούς ένα φρούριο, που σε πολλά του σημεία πατάει πάνω στο αρχαίο τείχος και έχει κατασκευασθεί από τα οικοδομικά υλικά της αρχαίας Κυδωνίας.

 

Στα 1252 η πόλη και ο νομός μοιράζονται σε 90 «καβαλαρίες» και δίδονται στους Ενετούς αποίκους με τη ρητή υποχρέωση να ξαναχτίσουν την πόλη των Χανίων. Αυτοί επισκευάζουν το τείχος του Καστελιού και οργανώνουν πολεοδομικά την πόλη μέσα στα όριά του. Μέσα στον οχυρωματικό περίβολο, που επισκευάζεται, χτίζεται μια νέα πόλη με σύγχρονο ρυμοτομικό σχέδιο, ωραία δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Τα δημόσια κτίρια αναπτύσσονται κατά μήκος του κεντρικού δρόμου (corso – σημερινή οδός Κανεβάρο) που διασχίζει το Καστέλι από ανατολικά.

 

Στο Καστέλι ήταν συγκεντρωμένα τα αρχοντικά των παλαιότερων βενετσιάνικων οικογενειών, κτισμένα με τις επιρροές των σύγχρονων ρευμάτων και ιδιαίτερα εκείνο του βενετσιάνικου Μανιερισμού, όπως διαμορφώθηκε από τον 16ο αιώνα. Εκεί υπήρχε επίσης ο μεγαλοπρεπής καθεδρικός ναός των Βενετσιάνων, αφιερωμένος στην Παναγία, ο οποίος καταστράφηκε κατά τους βομβαρδισμούς του 1941.

 

Στη συνοικία αυτή ζούσαν μετέπειτα και οι κυριότερες οικογένειες των Τουρκοκρητικών, οι οποίοι πρόσθεσαν τα δικά τους χαρακτηριστικά στο χώρο. Στο Καστέλι, υπήρχαν πύλες στ’ ανατολικά και δυτικά και μια τρίτη στενή πύλη στα νότια, με σκαλοπάτια, που έμεινε με το όνομα «Τα σκαλάκια».

Τζαμί του Κιουτσούκ Χασάν (Γιαλί Τζαμισί)

Λαμπρό δείγμα ισλαμικής τέχνης της Αναγέννησης που διακρίνεται για την ιδιορρυθμία του, είναι το μοναδικό από τα σωζόμενα τζαμιά της πόλης που ανάγεται στο δεύτερο μισό του 17ου  αιώνα. Κτίστηκε προς τιμήν του πρώτου φρουράρχου των Χανίων Κιουτσούκ Χασάν και μετά από έρευνα της 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων διαπιστώθηκε ότι στη θέση του υπήρχε μικρός μονόχωρος ναός.

 

Το τζαμί είναι ένα κυβικό κτίσμα και καλύπτεται από ένα μεγάλο ημισφαιρικό χωρίς τύμπανο τρούλο, που τον στηρίζουν τέσσερα περίτεχνα πέτρινα τόξα. Από τη δυτική και τη βόρεια πλευρά του περιβάλλεται από στοά στεγασμένη από έξι μικρούς τρούλους χωρίς τύμπανο. Αρχικά η στοά ήταν ανοικτή, όπως συνηθίζεται στα τζαμιά. Γύρω στα 1880 η στοά μετατράπηκε σε κλειστή με τοξωτά ανοίγματα και έντονα νεοκλασικό ύφος.

 

Το τέμενος Κιουτσούκ (μικρού) Χασάν ή Γιαλί Τζαμισί (τζαμί του γιαλού), όπως επικράτησε να λέγεται, ήταν έργο Αρμένιου αρχιτέκτονα, που είχε κατασκευάσει και άλλο όμοιό του στο χωριό Σπανιάκο του Σελίνου. Το τζαμί, στην αυλή του οποίου υπήρχαν φοινικόδεντρα και τάφοι πασάδων και γενιτσάρων, σταμάτησε τη λειτουργία του το 1923. Σήμερα είναι αναπαλαιωμένο, χωρίς όμως τον μικρό αλλά γραφικό μιναρέ του που κατεδαφίστηκε το 1920 (κατ’ άλλους το 1939).

 

Λόγω του πολέμου, ύστερα από πολλές περιπέτειες και με πρωτοβουλία και μέριμνα του αείμνηστου καθηγητή Νικ. Β. Τωμαδάκη, μεταφέρθηκε εκεί το Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων, ενώ αργότερα το τζαμί χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη, μουσείο λαϊκής τέχνης, Γραφείο Πληροφοριών του ΕΟΤ και προσφάτως ως χώρος εκδηλώσεων και εκθέσεων.